Γερ­μα­νι­κες α­πο­ζη­μιω­σεις και η υ­ποθε­ση Μαξ Μερ­τεν | Η εποχη

 

....ως υπεύθυνος της στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης απασχολούσε τη Δεσποινίδα Δοξούλα Λεοντίδου ως μεταφράστρια και η οποία τον έφερε σε επαφή με Έλληνες δωσίλογους, και ιδιαιτέρως με δύο Έλληνες, ήτοι, έναν δικηγόρο Κωνσταντίνο Καραμανλή από τις Σέρρες , τον οποίο ανέφερε ως θείο...

….ως υπεύθυνος της στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης απασχολούσε τη Δεσποινίδα Δοξούλα Λεοντίδου ως μεταφράστρια και η οποία τον έφερε σε επαφή με Έλληνες δωσίλογους, και ιδιαιτέρως με δύο Έλληνες, ήτοι, έναν δικηγόρο Κωνσταντίνο Καραμανλή από τις Σέρρες , τον οποίο ανέφερε ως θείο…

 

Ο «ΘΕΙΟΣ» ΚΑ­ΡΑ­ΜΑΝ­ΛΗΣ ΩΣ Ε­ΜΠΟ­ΔΙΟ ΣΤΗ ΔΙΕΚ­ΔΙ­ΚΗ­ΣΗ

Πέρασαν 70 χρόνια κι ακόμη καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν τόλμησε να διεκδικήσει τουλάχιστον το κατοχικό δάνειο, το οποίο είτε από νομική είτε από ηθική άποψη κι αν εξεταστεί, πρέπει να διεκδικηθεί η επιστροφή του.

 

Του Δημήτριου Ν. Τσακίρη* 
 
Η πρόσφατη επίσκεψη του Προέδρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ. Γιόαχιμ Γκάουκ στη χώρα μας, ο οποίος μεταξύ των άλλων είναι και ο πρώτος Γερμανός Πρόεδρος που μετά από 70 χρόνια ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τις ναζιστικές θηριωδίες στην Ελλάδα, επανάφερε για άλλη μια φορά στην επικαιρότητα το θέμα των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για αποζημιώσεις προσώπων και πολεμικών επανορθώσεων, αλλά κυρίως για το κατοχικό δάνειο της Βέρμαχτ. Ως γνωστόν, μέχρι σήμερα η γερμανική πλευρά αρνείται να συζητήσει το διακανονισμό του συγκεκριμένου δανείου. Γιατί όμως;
 
Πολιτικά εμπόδια
 
Τρία είναι τα βασικά της επιχειρήματα. Πρώτον, ότι η Ελλάδα έχει παραιτηθεί από τις απαιτήσεις της. Δεύτερον, ότι η Γερμανία έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και τρίτον, όλες οι ελληνικές αξιώσεις έχουν παραγραφεί εδώ και αρκετά χρόνια. Και η θέση της επίσημης Ελλάδας;  Πάγια θέση των ελληνικών κυβερνήσεων είναι πως η Ελλάδα δεν έχει παραιτηθεί του δικαιώματός της, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει θέσει επίσημα τη διεκδίκησή  τους. Αναφορικά, μάλιστα, με την περίπτωση του κατοχικού δανείου λέγεται ότι η διεκδίκησή του συναντούσε όχι μόνο νομικές δυσκολίες αλλά και πολιτικά εμπόδια. Πιο συγκεκριμένα:
Οι Γερμανοί ιθύνοντες υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα δια του Κωνσταντίνου Καραμανλή έχει παραιτηθεί προ πολλού των ελληνικών αξιώσεων. Και πότε συνέβη αυτό;  Σύμφωνα με την επίσημη γερμανική θέση το ζήτημα του κατοχικού δανείου διευθετήθηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή στη Βόννη το Νοέμβριο του 1958. Πράγματι, κατά την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού μεταξύ των άλλων υπεγράφη συμφωνία παροχής δανείου 200 εκ. μάρκων προς την Ελλάδα, χωρίς βέβαια αυτό να έχει κάποια σχέση με το κατοχικό δάνειο. Όμως, κατά τα λεγόμενα του πρώην Καγκελάριου Χέλμουτ Κόλ, ο Καραμανλής φέρεται να δήλωσε στον τότε Γερμανό Καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ προφορικά και μυστικά (sic) πως η Ελλάδα παραιτείται του δικαιώματος διεκδίκησης του κατοχικού δανείου. (Βλ. Αυγή της Κυριακής 25.11.2012).
 


 
Γιατί παραιτήθηκε από τις αξιώσεις ο Καραμανλής;
 
 
Αν υποθέσουμε ότι οι γερμανικοί ισχυρισμοί έχουν κάποια βάση, τότε τίθεται το εύλογο ερώτημα. Ποιοι λόγοι άραγε ανάγκασαν τον Κ. Καραμανλή να παραιτηθεί έκων άκων από τις αξιώσεις της Ελλάδας;  Ήταν μήπως μόνο αποτέλεσμα πιέσεων του συμμαχικού παράγοντα που τώρα λόγω του ψυχρού πολέμου έθετε άλλες προτεραιότητες, κάτω από τις οποίες έπρεπε να συνταχθεί και η οικονομικά-πολιτικά-στρατιωτικά εξαρτημένη Ελλάδα ή μήπως εκτός αυτού οι Γερμανοί γνώριζαν κάτι επιλήψιμο σε βάρος του Κ. Καραμανλή, τόσο σημαντικό, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο εκβιασμού, για την μη διεκδίκηση του κατοχικού δανείου; Υπάρχουν στοιχεία για έναν τέτοιο ισχυρισμό; Και αν ναι, από πού και ποιον προέρχονται.
Στις 17 και 19 Σεπτεμβρίου του 1960 δημοσιεύονται στην γερμανική εφημερίδα «Hamburger Echo» και αναδημοσιεύονται στις 26 του ίδιου μήνα στο περιοδικό «Der Spiegel», δηλώσεις ότι εν ενεργεία Έλληνες πολιτικοί και πιο συγκεκριμένα ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, ο Υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Μακρής και η σύζυγός του Δοξούλα Λεοντίδου παρείχαν στις γερμανικές κατοχικές αρχές στη Θεσσαλονίκη πληροφορίες και πως για τις υπηρεσίες τους αυτές ανταμείφθηκαν με εβραϊκές περιουσιακές αξίες.
Οι δηλώσεις αυτές έγιναν από τον καταδικασθέντα στην Αθήνα την Άνοιξη του 1957 σε 25ετή φυλάκιση εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν και τον οποίο στις 5 Σεπτεμβρίου 1959 η ελληνική κυβέρνηση είχε αφήσει ελεύθερο και συγχρόνως συλλάμβανε τον βουλευτή και διευθυντή της εφημερίδας «Η Αυγή», τον παγκοσμίως γνωστό αντιστασιακό Μανώλη Γλέζο, με την κατηγορία της αντικατασκοπείας!.
Παραιτούμενοι από παραπέρα εξηγήσεις οι επίσημες γερμανικές αρχές έκαναν αναφορά στην ενημέρωση που είχε ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, σχετικά με το επίμαχο θέμα. Τόνιζαν μάλιστα πως με τις εξηγήσεις που έδωσε η ελληνική κυβέρνηση οι ισχυρισμοί των δημοσιευμάτων του γερμανικού τύπου καταρρίπτονταν σε όλα τα σημεία, ειδικότερα αυτοί που αφορούν τον Έλληνα υπουργό εσωτερικών. Παρά τη διάψευση η κυβέρνηση Καραμανλή βρίσκονταν σε δύσκολη θέση και υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσής της. 
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία ο Κ. Καραμανλής κατά την περίοδο της κατοχής δεν είχε εμπλακεί σε κάποια αντιστασιακή δραστηριότητα. Είναι επίσης γνωστό ότι στην κοινοβουλευτική του ομάδα συμμετείχαν πρώην συνεργάτες των Γερμανών και μεταξικοί πολιτικοί, όπως ο Δημήτρης (Τάκος) Μακρής, ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης και ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος.
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτός ο ισχυρισμός έχει κάποια βάση, θα πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα και να δούμε πως εμπλέκεται στην υπόθεση ο μετέχων στην στρατιωτική διοίκηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στη Μακεδονία Βερολινέζος δικηγόρος Μαξ Μέρτεν.
 
Γιατί καταδικάστηκε ο Μέρτεν;
 
Τον Απρίλιο του 1957, τη Δευτέρα του Πάσχα, φθάνει στην Αθήνα ο Μαξ Μέρτεν, προκειμένου να καταθέσει στο δικαστήριο υπέρ του πρώην μεταφραστή του Μάισνερ, κατοίκου Αθηνών, του οποίου η περιουσία στην Ελλάδα δημεύτηκε μετά την συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Με την εμφάνισή του στο δικαστήριο ο Μέρτεν συλλαμβάνεται και στις 26. Απρίλιου φυλακίζεται. Σύμφωνα με την ελληνική δικαιοσύνη κατηγορείται, ως πρώην διοικητής της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης περιοχής Μακεδονίας, για την εκτέλεση 600 Ελλήνων καθώς και την λεηλασία ελληνικών και ιδιαιτέρως εβραϊκών περιουσιών αξίας άνω του 1,5 εκ. χρυσών λιρών. Το ερώτημα που τίθεται είναι για ποιον λόγο η ελληνική δικαιοσύνη διατάσσει αυτή τη χρονική στιγμή τη σύλληψη του Μαξ Μέρτεν και τον δικάζει ως εγκληματία πολέμου, ακριβώς 12 χρόνια μετά τη λήξη του, ενώ είχε αρνηθεί δύο φορές στο παρελθόν την πρόταση της αμερικάνικης CIC (Counter Intelligence Corps) το 1946 για έκδοσή του στην Ελλάδα; Εδώ, να σημειωθεί ακόμη και το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε παραδώσει στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Γερμανίας τους φακέλους 700 περιπτώσεων εγκλημάτων πολέμου που είχαν διαπραχθεί από Γερμανούς, προκειμένου να εκδικαστούν στη Γερμανία. Αυτό σήμαινε πολύ απλά ότι η ελληνική κυβέρνηση σταματούσε πλέον την δίωξή τους. Οι φάκελοι αφορούσαν μόνο τις βαριές περιπτώσεις. Με την εκδίκασή τους οι ελαφράς μορφής περιπτώσεις θα διευθετούνταν μέσω αμνηστίας που θα εξέδιδε η ελληνική κυβέρνηση. Μετά από σχετικές έρευνες που διενήργησε η γερμανική δικαιοσύνη προέκυψαν «δυσκολίες» αναφορικά με την εξακρίβωση των υπευθύνων. Επειδή δεν υπήρχε και από τις δύο πλευρές η αντίστοιχη πολιτική βούληση διακόπτεται η συνέχιση της δικαστικής έρευνας.
Τι όμως είχε συμβεί και το φθινόπωρο του 1956 στο ελληνικό κοινοβούλιο συζητείται ξαφνικά το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων και στη συνέχεια η ελληνική κυβέρνηση με έκδοση σχετικής νότας αξιώνει επανορθώσεις από την Ομοσπονδιακή Γερμανία; Μήπως το αίτημα των επανορθώσεων σχετίζονταν με το γεγονός ότι το ίδιο έτος η Γιουγκοσλαβία παραιτούμενη από αντίστοιχο κατοχικό δάνειο σύναψε με την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιμέρους συμφωνία παροχής πιστώσεων ύψους 240 εκ. μάρκων πληρωτέων σε 99 χρόνια και με τόκο 1%;
Η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό. Το τελικό ποσό ήθελε προκύψει κατόπιν διαπραγματεύσεων. Η ελληνική κυβέρνηση προτίθετο να δεχθεί εφάπαξ το ποσό και από μόνη της να ικανοποιούσε τυχόν αξιώσεις μεμονωμένων ατόμων.
Η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση απέρριψε την αξίωση της Ελλάδας δηλώνοντας ότι για τέτοιου είδους πληρωμές δεν υπήρχε καμιά νομική βάση, διότι η Ελλάδα σε αντίθεση με την Γιουγκοσλαβία συμμετείχε στη συνθήκη ειρήνης του Λονδίνου το 1953. Η άποψη αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την ελληνική κυβέρνηση και αφού η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση άφησε να νοηθεί ότι δεν δέχεται πιέσεις, τότε επανέρχεται η δίωξη κατά των εγκληματιών πολέμου. Οι συζητήσεις παγώνουν μέχρι που εμφανίζεται και συλλαμβάνεται στην Αθήνα με την κατηγορία του εγκληματία πολέμου ο Μαξ Μέρτεν.
 
 
Η μεταφράστρια, ο θείος και ο αρραβωνιαστικός
 
 
Εντάσσεται λοιπόν ο Μαρξ Μέρτεν στις βαριές περιπτώσεις, ο οποίος ποτέ δεν απέκρυψε στους Αμερικάνους (όταν βρίσκονταν το 1946 υπό περιορισμό στην Νυρεμβέργη) ότι πριν τον πόλεμο ήταν νομικός σύμβουλος στο υπουργείο δικαιοσύνης του Ράιχ. Το ανώτατο ελληνικό στρατιωτικό δικαστήριο τον καταδίκασε στις 5. Μάρτη σε 25 χρόνια φυλακή προφανώς, για να καθησυχάσει την ελληνική κοινή γνώμη για το νόμο που είχε ψηφήσει η κυβέρνηση Καραμανλή από το 1956 και βάσει του οποίου οι εγκληματίες πολέμου δεν θα δικάζονται πια στην Ελλάδα, αλλά στην χώρα καταγωγής τους.  Έτσι, το Νοέμβριο του 1959 οι ελληνικές αρχές άφησαν ελεύθερο τον Μαξ Μέρτεν να επιστρέψει στην χώρα του, ο οποίος δημόσια πλέον δήλωσε ότι ως υπεύθυνος της στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης απασχολούσε τη Δεσποινίδα Δοξούλα Λεοντίδου ως μεταφράστρια και η οποία τον έφερε σε επαφή με Έλληνες δωσίλογους, και ιδιαιτέρως με δύο Έλληνες, ήτοι, έναν δικηγόρο Κωνσταντίνο Καραμανλή από τις Σέρρες , τον οποίο ανέφερε ως θείο, καθώς και έναν Δημήτριο Μακρή, τον οποίο σύστηνε ως αρραβωνιαστικό της, και ότι αυτοί οι τρεις, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο νυν πρωθυπουργός της Ελλάδας, ο Δημήτριος Μακρής, ο υπουργός των εσωτερικών, καθώς και η γραμματέας Δοξούλα Λεοντίδου, κατοπινή σύζυγος του Έλληνα υπουργού εσωτερικών, για τις υπηρεσίες τους προς τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις ανταμείφθηκαν με το εμπόρευμα μιας αποθήκης μεταξιού, ιδιοκτησίας εκτοπισμένου Θεσσαλονικιού Εβραίου, το οποίο και πούλησαν αργότερα όπως ισχυρίζεται ο Μέρτεν.
 
Όπως ήταν αναμενόμενο αυτές οι δηλώσεις έφεραν σε αναστάτωση τόσο την ελληνική όσο και τη Ομοσπονδιακή κυβέρνηση και έγιναν εκατέρωθεν προσπάθειες διάψευσης των δηλώσεων Μέρτεν. Στην Αθήνα επικρατούσε μεγάλη σύγχυση, ιδιαιτέρως δε στους κόλπους της κυβέρνησης, η οποία απειλείτο και με παραίτηση, εάν επιβεβαιωνόταν οι καταγγελίες. Το θέμα απασχολούσε έντονα και τον ημερήσιο τύπο εκείνων των ημερών. Για παράδειγμα η αντιπολιτευόμενη εφημερίδα «Ελευθερία» έθετε το ερώτημα για ποιον λόγο άραγε η κυβέρνηση Καραμανλή άφησε ελεύθερο τον εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν, ενώ  περισσότερο αιχμηρή εμφανιζόταν η «Εστία» στη διατύπωσή της, πως ακόμη και ο χειρότερος εχθρός των κυρίων Καραμανλή και Μακρή δεν θα μπορούσε να είχε σκεφτεί αυτό το πράγμα. Στις δηλώσεις Μέρτεν ο υπουργός εσωτερικών Μακρής κατέθεσε μήνυση εναντίον των δημοσιεύσεων του γερμανικού τύπου ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν είναι αρμόδια να δικάσουν Γερμανό πολίτη. Αντιθέτως, ο Μέρτεν κατέθεσε μήνυση κατά της κυρίας Μακρή για ψευδορκία στα ελληνικά αρμόδια δικαστήρια.
 
Το θέμα δεν άφησε ασχολίαστο και ο Γεώργιος Παπανδρέου, δηλώνοντας πως αν ο Μέρτεν αποδείξει τις σχέσεις του με την κυρία Μακρή, δεν θα χρειαστεί να γίνει καμιά άλλη δίκη. Τότε η κυβέρνηση Καραμανλή δεν θα είχε τίποτα άλλο να πράξει παρά μόνο να παραιτηθεί. Ο Μέρτεν κατηγορούσε την κυρία Μακρή για ψευδορκία, διότι κατά τη διάρκεια της δίκης του στην Αθήνα φέρεται να δήλωσε, ότι μόνο δύο φορές τον είδε. Ο Μέρτεν από την πλευρά του επέμενε ότι η Δοξούλα εργάστηκε κοντά του για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο προέκυπτε και από ένα άλμπουμ φωτογραφίας, το οποίο έφερνε και ιδιόχειρη αφιέρωση. Ο Μέρτεν δήλωνε ότι κατείχε φωτογραφία στην οποία εμφανίζονταν η γραμματέας του Δοξούλα, ο «αρραβωνιαστικός» της Δημήτριος και ο «θείος» Καραμανλής.
 
Πέρασαν 70 χρόνια κι ακόμη καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν τόλμησε να διεκδικήσει τουλάχιστον το κατοχικό δάνειο, το οποίο είτε από νομική είτε από ηθική άποψη κι αν εξεταστεί, πρέπει να διεκδικηθεί η επιστροφή του. Το ποσό και ο τρόπος αποπληρωμής του είναι θέμα διακρατικών διακανονισμών. Στην αντίθετη περίπτωση οι καταγγελίες του εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν θα συνεχίζουν να πλανώνται πάνω από τον Αττικό ουρανό.


* Ο Δ. Ν. Τσακίρης είναι καθηγητής στο ΤΕΙ Ηπείρου.

 

http://epohi.gr/portal/politiki/16815-ger-ma-ni-kes-a-po-zi-mio-seis-kai-i-y-po-the-si-maks-mer-ten

 

σ.σ.: βλ. επίσης και:

Υπόθεση Μέρτεν: http://el.wikipedia.org/wiki/Υπόθεση_Μέρτεν

Advertisements

One response to “Γερ­μα­νι­κες α­πο­ζη­μιω­σεις και η υ­ποθε­ση Μαξ Μερ­τεν | Η εποχη

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s